Subscribe Twitter FaceBook

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

Ρεκόρ καθυστερήσεων στα δάνεια κατά 121%

Δέος προκαλούν τα στοιχεία για την αύξηση των καθυστερούμενων δανείων από τα τέλη του 2009, όταν η οικονομία εισήλθε στην εποχή της χειρότερης μεταπολεμικής κρίσης.
Τα προβληματικά δάνεια αυξήθηκαν κατά 121% μέσα σε μία διετία και το ύψος τους έφθασε στο....




τέλος του 2012 τα 41,6 δισ. ευρώ. Οι τραπεζίτες, πάντως, επιμένουν να λένε «όχι» σε όλες τις προτάσεις που ακούγονται κατά την προεκλογική περίοδο για γενικό «κούρεμα» δανείων επιχειρήσεων και νοικοκυριών.

Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν σε ειδική ανάλυση της Eurobank για το τραπεζικό σύστημα, η κρίση έχει οδηγήσει σε μια άνευ προηγουμένου αύξηση των δανείων σε καθυστέρηση:

Την τετραετία 2005-2008, τη «χρυσή εποχή» για τις ελληνικές τράπεζες, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια είχαν κυμανθεί μεταξύ 9,5 και 11,9 δισ. ευρώ, ή ποσοστό 4,5%-6,3% του συνόλου των δανείων.

Το 2009 είχαμε την πρώτη μεγάλη αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων, καθώς η οικονομία μπήκε στην ύφεση. Εφθασαν τα 18,8 δισ. ευρώ, ή ποσοστό 7,7% του συνόλου.

Το 2010 και το 2011, όμως, η αύξηση των προβληματικών δανείων ξεπέρασε κάθε προηγούμενο: υπερδιπλασιάστηκαν μέσα σε μία διετία (ποσοστό αύξησης 121%!) και έχουν ήδη φθάσει στο τέλος του 2011 στο ποσό των 41,6 δισ. ευρώ, που αντιστοιχεί περίπου στο 1/5 του εθνικού εισοδήματος.

Το πρώτο τρίμηνο του 2012, μάλιστα, η κατάσταση φαίνεται ότι επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο. Οπως ανέφεραν οι τέσσερις μεγαλύτερες τράπεζες της χώρας (Εθνική, Alpha, Eurobank, Τράπεζα Πειραιώς), δημοσιοποιώντας τα οικονομικά αποτελέσματα του πρώτου τριμήνου, οι καθυστερήσεις αυξήθηκαν σημαντικά. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι τέσσερις τράπεζες διέθεσαν σχεδόν 1,5 δισ. ευρώ από τα κεφάλαιά τους για να καλύψουν δάνεια που θεωρούνται οριστικά χαμένα, ο κύριος όγκος των οποίων προέρχεται από τη δραστηριότητά τους στην Ελλάδα.

«Είναι εμφανές ότι η πρωτόγνωρη οικονομική κρίση που μαστίζει τη χώρα έχει οδηγήσει πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε αδυναμία εξυπηρέτησης των συμβατικών τους υποχρεώσεων προς τις τράπεζες. Από την πλευρά τους οι τράπεζες έχουν ήδη αναγράψει στους ισολογισμούς τους μεγάλες προβλέψεις έναντι των εξελίξεων αυτών (20 δισ. ευρώ την τελευταία τριετία) και έχουν προχωρήσει σε αναδιάρθρωση σημαντικού ποσοστού υφιστάμενων δανείων πελατών τους, με στόχο τη διευκόλυνση των δανειοληπτών» σχολιάζει στην ανάλυσή της η Eurobank.

Ομως, όπως τονίζουν οι αναλυτές της τράπεζας εκφράζοντας τις θέσεις που υιοθετούν όλοι οι τραπεζίτες στην Ελλάδα, θα πρέπει να αποκλεισθεί κάθε σκέψη για γενικό «κούρεμα» στα δάνεια επιχειρήσεων και νοικοκυριών. «Σε αυτό το δύσκολο περιβάλλον», αναφέρει η Eurobank, «έχουν υπάρξει προτάσεις για ένα οριζόντιο, γενικευμένο και χωρίς κριτήρια κούρεμα των υφιστάμενων τραπεζικών δανείων με στόχο την ανακούφιση των εγχώριων επιχειρήσεων και νοικοκυριών. Μια τέτοια όμως απόφαση θα συνεπαγόταν ισόποσες ζημίες στους ισολογισμούς των τραπεζών και κατά συνέπεια περαιτέρω μείωση της κεφαλαιακής τους επάρκειας, με ζημία για τους μετόχους τους, ο κυριότερος εκ των οποίων θα είναι πλέον το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας και κατ' επέκταση το ελληνικό Δημόσιο. Το τελικό κόστος θα έπρεπε να το αναλάβει ο κρατικός προϋπολογισμός, δηλαδή ξανά ο συνεπής Ελληνας φορολογούμενος με συνεπαγόμενη επιπλέον αύξηση του δημοσίου χρέους».

«ΑΔΙΚΟ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΠΕΙΣ»

Επιπλέον, η Eurobank υπογραμμίζει ότι το «κούρεμα» δανείων θα ήταν άδικο για τους συνεπείς δανειολήπτες: «Λαμβάνοντας υπόψη ότι μόνο ο μισός ελληνικός πληθυσμός έχει σήμερα δάνεια, και περίπου το 80% αυτών εξυπηρετούνται εγκαίρως, η χαριστική συμπεριφορά έναντι τμήματος των δανειοληπτών, χωρίς κριτήρια και διαδικασίες, θα οδηγούσε σε μεγάλη ανακατανομή του εισοδήματος και σημαντικές αδικίες σε βάρος αυτών που δεν έχουν δανειστεί ή/και είναι συνεπείς στις υποχρεώσεις τους παρά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν. Η επίπτωση μιας τέτοιας εξέλιξης στα συναλλακτικά ήθη και τη λειτουργία της οικονομίας θα ήταν ιδιαίτερα αρνητική, καθώς θα οδηγούσε όλο και περισσότερους οφειλέτες σε γενικευμένη πρακτική αθέτησης των συμβατικών υποχρεώσεών τους προς όλους, με δραματικές αρνητικές επιπτώσεις για την οικονομία, την ανάπτυξη και την απασχόληση».

Πηγη: